βασίλισσα

βασίλισσα
η
1) королева, царица; 2) матка, царица (у пчёл); 3) шахм, ферзь, королева

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "βασίλισσα" в других словарях:

  • βασιλίσσα — βασιλίσσᾱ , βασίλισσα queen fem nom/voc/acc dual βασιλίσσᾱ , βασιλεία kingdom fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασιλίσσᾳ — βασιλίσσᾱͅ , βασίλισσα queen fem dat sg (doric aeolic) βασιλίσσᾱͅ , βασιλεία kingdom fem dat sg (doric aeolic) βασιλίσσαι , βασιλίζω to be of the king s party aor inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασίλισσα — queen fem nom/voc sg βασιλεία kingdom fem nom/voc sg βασιλίζω to be of the king s party aor ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασίλισσα — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Καταγόταν από τη Νικομήδεια και έζησε στα χρόνια του Διοκλητιανού (284 304). Η μνήμη της τιμάται στις 3 Σεπτεμβρίου. 2. Σύζυγος του Μαξέντιου. Σκοτώθηκε με ξίφος. Η μνήμη της τιμάται στις 25 Νοεμβρίου …   Dictionary of Greek

  • βασιλίσσας — βασιλίσσᾱς , βασίλισσα queen fem acc pl βασιλίσσᾱς , βασίλισσα queen fem gen sg (doric aeolic) βασιλίσσᾱς , βασιλεία kingdom fem acc pl βασιλίσσᾱς , βασιλεία kingdom fem gen sg (doric aeolic) βασιλίσσᾱς , βασιλίζω to be of the king s party… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασίλισσ' — βασίλισσα , βασίλισσα queen fem nom/voc sg βασίλισσαι , βασίλισσα queen fem nom/voc pl βασίλισσα , βασιλεία kingdom fem nom/voc sg βασίλισσαι , βασιλεία kingdom fem nom/voc pl βασίλισσαι , βασιλίζω to be of the king s party aor imperat mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ουράκα — Βασίλισσα της Λεώνης και της Καστίλλης (1077 1126). Ήταν κόρη του Αλφόνσου ΣΤ’, τον οποίο διαδέχτηκε το 1109. Από το γάμο της με τον Ραϋμόνδο της Βουργουνδίας απέκτησε έναν γιο, τον Αλφόνσο Ραϋμόνδεθ, τον κατοπινό βασιλιά Αλφόνσο H’. Μετά τον… …   Dictionary of Greek

  • Πενθεσίλεια — Βασίλισσα των Αμαζόνων, κόρη του Άρη και της Οτρήρης. Όταν πέθανε ο Έκτορας, πήγε από τη Θράκη στην Τροία μαζί με έναν στρατό από γυναίκες για να ενισχύσει τον Πρίαμο. Αρχικά νίκησε τους Έλληνες, αλλά ο Αχιλλέας την αιχμαλώτισε και τη σκότωσε.… …   Dictionary of Greek

  • Ταΐα — Βασίλισσα της αρχαίας Αιγύπτου. Έζησε τον 14o αι. π.Χ. Ήταν σύζυγος του Αμένοφη Δ’ (18η δυναστεία). Αν και δεν ήταν Αιγύπτια και η καταγωγή της ήταν λαϊκή, άσκησε μεγάλη επιρροή στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας. Στον τάφο της βρέθηκαν… …   Dictionary of Greek

  • Τεύτα — Βασίλισσα της Ιλλυρίας, η οποία διαδέχτηκε το 230 π.Χ. τον σύζυγό της Άγρωνα. Όταν η Ήπειρος, η Κέρκυρα και η Επίδαμνος λεηλατήθηκαν από Ιλλυριούς πειρατές κατά το 230 και 229, ζήτησαν τη βοήθεια των Ρωμαίων και αυτοί έστειλαν πρεσβεία προς την Τ …   Dictionary of Greek

  • βασιλισσῶν — βασίλισσα queen fem gen pl βασιλεία kingdom fem gen pl βασιλίζω to be of the king s party fut part act masc nom sg (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»